Δικηγορικό Γραφείο Βακουφάρης – Θεσσαλονίκη

Επιλέξτε τη γλώσσα σας


 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της ευθύνης του ιδιοκτήτη ενός αυτοκινήτου όταν το τροχαίο ατύχημα δεν προκαλείται από τον ίδιο, αλλά από τρίτο πρόσωπο που οδηγεί το όχημά του.

Η περίπτωση αυτή είναι συχνή στην πράξη, είτε επειδή το όχημα έχει παραχωρηθεί σε άλλο πρόσωπο είτε επειδή αποτελεί αντικείμενο μίσθωσης στο πλαίσιο επιχείρησης ενοικιάσεως αυτοκινήτων.

Κατά το ισχύον δίκαιο και ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΓΠΝ/1911, για τη ζημία που προκαλείται από αυτοκίνητο μπορεί να ευθύνονται προς αποζημίωση ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Ειδικότερα, καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη ή ευθύνη από διακινδύνευση του ιδιοκτήτη, δηλαδή δεν προϋποθέτει την απόδειξη προσωπικής του υπαιτιότητας για την πρόκληση του ατυχήματος. 

Η ευθύνη αυτή δεν αίρεται αυτομάτως ούτε στην περίπτωση κατά την οποία ιδιοκτήτης του οχήματος είναι επιχείρηση ή επαγγελματίας που δραστηριοποιείται στην εκμίσθωση αυτοκινήτων. Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο έχει παραδοθεί στον μισθωτή με έγκυρη μισθωτική σύμβαση και οδηγείται από τρίτο πρόσωπο δεν αποκλείει από μόνο του την εφαρμογή των ειδικών διατάξεων περί αντικειμενικής ευθύνης του ιδιοκτήτη.

Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ευθύνης από πρόστηση κατά το άρθρο 922 ΑΚ. Εάν ο ιδιοκτήτης-εκμισθωτής δεν έχει επιλέξει τον οδηγό και δεν ασκεί επ’ αυτού έλεγχο ή εποπτεία, μπορεί να μην υφίσταται σχέση προστήσεως. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται και από την ειδική ευθύνη που θεμελιώνεται απευθείας στην ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη του οχήματος.

Ο νομοθέτης, πάντως, λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική θέση του ιδιοκτήτη που δεν ήταν ταυτόχρονα και οδηγός ή κάτοχος του οχήματος και προβλέπει σημαντικούς περιορισμούς υπέρ αυτού. Πρώτον, όταν ο ιδιοκτήτης δεν είναι συγχρόνως οδηγός ή κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η ευθύνη του μπορεί να περιοριστεί μέχρι την αγοραία αξία που είχε το αυτοκίνητο αμέσως πριν από το ατύχημα. Εάν, για παράδειγμα, από ένα σοβαρό τροχαίο προκύψουν απαιτήσεις αποζημίωσης πολλαπλάσιες της αξίας του οχήματος, ο ιδιοκτήτης που δεν ήταν οδηγός ή κάτοχος μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να περιορίσει τη δική του ευθύνη μέχρι την αξία που είχε το αυτοκίνητο πριν από το ατύχημα. Δεύτερον, ο ν. ΓΠΝ/1911 προβλέπει ειδικό χρονικό περιορισμό για τις αξιώσεις που στηρίζονται στην αντικειμενική αυτή ευθύνη. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου, «η αγωγή αποζημιώσεως παραγράφεται μέσα σε δύο έτη από την ημέρα του ατυχήματος».

Συνεπώς, ο ιδιοκτήτης που δεν ήταν οδηγός κατά τον χρόνο του ατυχήματος διαθέτει δύο ιδιαίτερα σημαντικά μέσα προστασίας: αφενός τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του μέχρι την αξία του αυτοκινήτου και αφετέρου την επίκληση της διετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης.

Ωστόσο δεν αρκεί απλώς η νομοθετική πρόβλεψη των δύο αυτών μέσων προστασίας και περιορισμού της ευθύνης του ιδιοκτήτη αλλά και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται η έγκαιρη και ορθή δικονομική προβολή των αντίστοιχων ενστάσεων. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται η ιδιαίτερη σημασία της υπ’ αριθ. 23718/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί υπόθεσης που χειρίστηκε το γραφείο μας.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ασφαλιστική εταιρία άσκησε αναγωγική αγωγή κατά του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, ζητώντας την επιστροφή ποσού 4.450 ευρώ που είχε καταβάλει ως αποζημίωση σε τρίτο παθόντα από τροχαίο ατύχημα, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του ζημιογόνου και ασφαλισμένου σε αυτήν όχημα. Το ζημιογόνο όχημα ανήκε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση εκμίσθωσης αυτοκινήτων και το είχε εκμισθώσει στον δεύτερο εναγόμενο, ενώ κατά τον χρόνο του ατυχήματος οδηγούνταν από τον τρίτο εναγόμενο, στον οποίο είχε παραχωρηθεί η χρήση του οχήματος

Το Δικαστήριο εξέτασε ειδικά τη θέση του ιδιοκτήτη και εκμισθωτή του οχήματος. Έκρινε ότι δεν υπήρχε σχέση προστήσεως μεταξύ αυτού και του οδηγού, καθώς ο τελευταίος δεν είχε επιλεγεί από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη αλλά από τον μισθωτή. Ως εκ τούτου, δεν θεμελιωνόταν ευθύνη του εκμισθωτή βάσει του άρθρου 922 ΑΚ για τις πράξεις του οδηγού. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν οδήγησε σε απαλλαγή του ιδιοκτήτη από κάθε ευθύνη. Το Δικαστήριο έκρινε ρητά ότι «η ευθύνη του βέβαια στηρίζεται στις διατάξεις του ν. ΓΠΝ/1911 και είναι αντικειμενική». Κατά συνέπεια, μολονότι ο ιδιοκτήτης-εκμισθωτής δεν ευθυνόταν λόγω σχέσεως προστήσεως με τον οδηγό, εξακολουθούσε να υπέχει την ειδική αντικειμενική ευθύνη που απορρέει από την ιδιότητά του ως κυρίου του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Το κρίσιμο σημείο της απόφασης, ωστόσο, αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν στην πράξη οι προστατευτικές διατάξεις υπέρ του ιδιοκτήτη. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ευθύνη του θα μπορούσε, καταρχήν, να περιοριστεί μέχρι την αξία του αυτοκινήτου και ότι η σχετική αξίωση υπόκειται στη διετή παραγραφή. Ο ίδιος, όμως, δεν είχε προβάλει κατά τη συζήτηση της αγωγής τις αντίστοιχες ενστάσεις. 

Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως υπέρ του, ούτε τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του ούτε την παραγραφή. Έτσι, ο ιδιοκτήτης υποχρεώθηκε, μαζί με τους λοιπούς εναγομένους, να καταβάλει ολόκληρο το ποσό των 4.450 ευρώ που είχε προηγουμένως καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία στους ζημιωθέντες.

Η υπ’ αριθ. 23718/2026 απόφαση αναδεικνύει, επομένως, μία ιδιαίτερα σημαντική πρακτική διάσταση των διαφορών από τροχαία ατυχήματα. Από τη μία πλευρά, ο ιδιοκτήτης ενός οχήματος μπορεί να ευθύνεται αντικειμενικά για ζημία που προκλήθηκε από τρίτο οδηγό, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη προσωπικού του πταίσματος. Το ίδιο μπορεί να ισχύσει και για ιδιοκτήτη-εκμισθωτή οχήματος, ακόμη και όταν δεν συντρέχει σχέση προστήσεως με τον οδηγό.

Από την άλλη πλευρά, ο νόμος παρέχει σημαντικά μέσα προστασίας στον ιδιοκτήτη που δεν ήταν ταυτόχρονα οδηγός ή κάτοχος του οχήματος. Ο περιορισμός της ευθύνης μέχρι την αξία του αυτοκινήτου και η διετής παραγραφή μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας για την έκταση της τελικής του υποχρέωσης.

Η προστασία αυτή, όμως, προϋποθέτει την έγκαιρη και ορθή προβολή των σχετικών ενστάσεων. Η παράλειψή τους μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα σημαντικές οικονομικές συνέπειες, καθώς το δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τις σχετικές διατάξεις προς όφελος του ιδιοκτήτη.

Η ΜΠρΘεσ 23718/2026 αποτελεί, έτσι, χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που έχει όχι μόνο η ύπαρξη ενός ουσιαστικού δικαιώματος ή μιας νομοθετικής προστασίας, αλλά και η ορθή δικονομική αξιοποίησή τους στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης.