Το εμπορικό σήμα αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητας μιας επιχείρησης.
Η ονομασία, το λογότυπο ή άλλο διακριτικό γνώρισμα μπορεί με τον χρόνο να αποκτήσει σημαντική εμπορική αξία και να συνδεθεί άμεσα με τη φήμη και την αναγνωρισιμότητα της επιχείρησης. Για τον λόγο αυτό, η κατοχύρωσή του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία απλή τυπική διαδικασία. Το σημαντικότερο είναι να επιλεγεί σωστά για ποιες δραστηριότητες και σε ποια γεωγραφική έκταση, επιδιώκεται η καταχώριση του.
Πριν από την κατάθεση πρέπει να εξεταστεί αν η ονομασία ή το λογότυπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει η επιχείρηση μπορεί πράγματι να κατοχυρωθεί και αν συγκρούεται με προγενέστερα δικαιώματα τρίτων. Δεν αρκεί μία ονομασία να είναι εμπορικά ελκυστική. Αν υπάρχει ήδη ίδιο ή παρόμοιο σήμα για αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες, μπορεί να προκύψουν σοβαρά προβλήματα. Μία επιχείρηση που έχει ήδη επενδύσει σε ιστοσελίδα, λογότυπο, διαφήμιση ή συσκευασία μπορεί να βρεθεί αργότερα αντιμέτωπη με την ανάγκη αλλαγής του brand της ή ακόμη και με αξιώσεις τρίτων.
Επίσης, επισημαίνεται ότι η κατοχύρωση ενός σήματος δεν παρέχει απεριόριστη προστασία για κάθε δραστηριότητα. Η προστασία συνδέεται με συγκεκριμένα προϊόντα και υπηρεσίες, τα οποία εντάσσονται στις αντίστοιχες κλάσεις της Διεθνούς Ταξινόμησης της Νίκαιας. Η επιλογή των κλάσεων είναι επομένως καθοριστική, γιατί οριοθετεί σε μεγάλο βαθμό το πεδίο προστασίας του σήματος. Μία υπερβολικά στενή επιλογή μπορεί να αφήσει σημαντικές δραστηριότητες της επιχείρησης εκτός προστασίας, ενώ μία άκριτη επιλογή πολλών κλάσεων δεν είναι κατ’ ανάγκη η καλύτερη λύση. Το ζητούμενο είναι οι κλάσεις να ανταποκρίνονται στην πραγματική και σχεδιαζόμενη δραστηριότητα της επιχείρησης.
Όσο μία επιχείρηση χρησιμοποιεί και αναπτύσσει ένα brand χωρίς να το έχει κατοχυρώσει, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να εμφανιστεί τρίτος με ίδιο ή παρόμοιο διακριτικό γνώρισμα. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει διαφωνίες σχετικά με το ποιος έχει προγενέστερα δικαιώματα, να δυσκολέψει την αποτροπή χρήσης του σήματος από άλλους και να προκαλέσει σημαντικό οικονομικό κόστος. Στην πράξη, όσο περισσότερο επενδύει μία επιχείρηση στην αναγνωρισιμότητα ενός brand, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη έγκαιρης νομικής προστασίας του.
Η προστασία πρέπει επίσης να σχεδιάζεται ανάλογα με τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση. Ένα εθνικό σήμα, που καταχωρίζεται μέσω του ΟΒΙ (Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας), παρέχει προστασία στην Ελλάδα. Ένα σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η καταχώριση του οποίου γίνεται μέσω του EUIPO, μπορεί να παρέχει ενιαία προστασία σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ή σχεδιάζουν επέκταση εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει και η δυνατότητα διεθνούς προστασίας μέσω του συστήματος της WIPO. Το λεγόμενο «διεθνές σήμα» δεν σημαίνει ότι το σήμα προστατεύεται αυτομάτως σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο δικαιούχος επιλέγει συγκεκριμένες χώρες στις οποίες επιθυμεί να επεκτείνει την προστασία του.
Συνεπώς, η κατοχύρωση εμπορικού σήματος αποτελεί ουσιαστικό μέρος της προστασίας της εμπορικής ταυτότητας μιας επιχείρησης. Η σωστή επιλογή του ίδιου του σήματος, των κατάλληλων κλάσεων και της γεωγραφικής έκτασης προστασίας είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την κατάθεση. Για τον επιχειρηματία, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα κατοχυρώσω το σήμα μου;», αλλά κυρίως «τι ακριβώς πρέπει να προστατεύσω και πού;». Η έγκαιρη και σωστά σχεδιασμένη κατοχύρωση μπορεί να προλάβει μελλοντικές διαφορές και να προστατεύσει την επένδυση που έχει ήδη γίνει γύρω από το όνομα και τη φήμη της επιχείρησης.
Με εμπειρία στη διαχείριση υποθέσεων κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων (ενδεικτικά για τα σήματα OIKOS SUITES και MG LAB κλπ.), το γραφείο μας παρέχει νομική υποστήριξη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία κατοχύρωσης του σήματός σας και το σχετικό κόστος αυτής, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας.